Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

:Το ασχημόπαπο και η μοίρα του διαφορετικού:

Κάποτε ένας άνδρας 30 χρονών, περιέγραψε μέσα σε μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία το ακόλουθο όνειρο: «Είμαι με μια παρέα αντρών στη πλατεία. Από μακριά βλέπω ένα παιδί, περίπου 14-15 χρονών που μου φαίνεται κακάσχημο και καθυστερημένο(ας είμαστε επιεικείς με την σκληρή γλώσσα του ονείρου, άλλωστε τα όνειρα συνήθως δεν ακολουθούν τη συμβατική ηθική μας). Περπατάει με έναν περίεργο τρόπο και το βλέπω να έρχεται κατά επάνω μου. Έχει ανοίξει τα χέρια και θέλει να με αγκαλιάσει. Δε νιώθω καθόλου άνετα. Δε θέλω να με αγγίξει. Εκνευρίζομαι. Το βρίζω. Σηκώνομαι και φεύγω. Εκείνο δείχνει να με ακολουθεί…»

Πως μπορούμε να μιλήσουμε για το συγκεκριμένο όνειρο; Τι είναι αυτό που κανείς θα μπορούσε να σκεφτεί για την νυχτερινή αυτή συνάντηση;

Καταρχήν θα μπορούσε να είναι ένα όνειρο που μιλάει για όλους μας. Ένα πολιτισμικό όνειρο που περιγράφει τη σχέση μας με εκείνο που είναι εξόφθαλμα διαφορετικό από εμάς. Κεντρικό σύμβολο του είναι αυτό το ανεπιθύμητο πλάσμα που εμφανίζεται απρόσκλητο και από το πουθενά, ποθώντας να αγκαλιαστεί. Περιφέρει την άγαρμπη ύπαρξη του, την καταδικαστέα επιθυμία του να αγαπηθεί με έναν τρόπο μη αποδεκτό. Το «ξένο»(ο ονειρευόμενος άλλωστε δεν ένιωθε να έχει κάποια συγγένεια μαζί του) μέσα από τη βαθιά επιθυμία του να συμμετέχει, μέσα από τη ζητιανιά της αγκαλιάς, δεν θα μπορούσε να αναπαρασταθεί διαφορετικά από ένα πλάσμα απεχθές. (Ο Διόνυσος ήταν ένα περίεργο, βασανισμένο πλάσμα και ερχόταν πάντοτε απρόσκλητος και αλίμονο σε εκείνους που δε τον καλοδέχονταν)

Μα είναι κυρίως ένα όνειρο που μιλάει για τη μοίρα των πλευρών του ασθενή που έχουν εξοριστεί από την επίγνωση. Όλες οι επιθυμίες του ίδιου του ονειρευόμενου για αποδοχή, αγάπη και σύνδεση(όπως συμβολίζονται μέσα από την επιμονή του άσχημου παιδιού να συμμετέχει), έχουν καταδικαστεί να φυλακίζονται στη χώρα της ντροπής και της άρνησης καθώς εκείνος προσπαθεί να δείξει μια, ας πούμε “αντρίκια”, αυτονομία. Η στάση του Εγώ του απέναντι σε αυτή την αποκομμένη του πλευρά είναι σαφής: θυμός, αποστασιωποίηση ίσως και εξευτελισμός. Είναι σα να λέει σε αυτή την πλευρά του εαυτού του: “Δε θέλω καθόλου να ξέρω για εσένα”. Δηλώνει θριαμβευτικά: «Αυτό δεν είμαι Εγώ!»

Το άσχημο και ανάπηρο παιδί του ονείρου είναι μια εναλλακτική φιγούρα του ασχημόπαπου που θα συζητήσουμε παρακάτω με τη βοήθεια του παραμυθιού. Άλλωστε τα παραμύθια είναι τα συλλογικά μας όνειρα. Μιλούν για το πάθος του συλλογικού μας νου, να ανακαλύψουμε και αν είναι δυνατό να ορίσουμε, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, σε κάθε ιστορική περίοδο και ανάλογα με το Πνεύμα της Εποχής. Αποκαλύπτουν τις μονομέρειες μας: όλα αυτά δηλαδή που μοιραία θυσιάζονται για να συμμετέχουμε στη προνομιούχα αγκαλιά της κανονικότητας.

Θα σας προσκαλούσα να διατηρήσετε μια διπλή όραση καθώς θα συζητάμε το παραμύθι στη συνέχεια: Το ασχημόπαπο θα μπορούσε να είναι ο απτός Άλλος: ο περίεργος γείτονας, ο ψυχικά πάσχοντας, ο μελαψός μετανάστης, ο κάθε ένας που δε χωρά στη φαντασίωση μας για φυσιολογικότητα. Μα και ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι ο εσωτερικός μας περίεργος γείτονας που συνήθως συναντάμε εξαναγκασμένοι, όταν μας καταδιώκει στα όνειρα μας ή τον αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας, όταν είμαστε στο έλεος των συμπτωμάτων μας. Εκείνος ο σχετικά ύποπτος τύπος που προσωποποιεί τις μη συνειδητοποιημένες πλευρές της ύπαρξης μας. Τις όψεις της εμπειρίας μας που θέλουμε να αγνοούμε, επειδή δε ταιριάζουν στην αποκτημένη από την ανατροφή ταυτότητα μας. Αντιβαίνουν δηλαδή την αφήγηση του εαυτού που ενισχύθηκε από το οικογενειακό και κοινωνικό μας περιβάλλον, αφήνοντας δίχως λέξεις και ιστορία τον ωμό και ανεπεξέργαστο αυθορμητισμό μας. Με βάση την υπόθεση αυτή- ότι δηλαδή η κατασκευή της αυτοεικόνας μας είναι μια υπόθεση που χωρά τις αλήθειες, μα και τα ψέμματα που λέμε στον εαυτό μας, ευτυχώς που υπάρχουν τα ακατανόητα όνειρα και τα ανόητα παραμύθια.

Μια φορά και ένα καιρό, είχε έρθει το καλοκαίρι και ήταν υπέροχο. Στο κάμπο οι αγρότες είχαν μαζέψει το άχυρο και το είχαν βάλει σε μεγάλους σωρούς. Ψηλά στον ουρανό πετούσε ένας πελαργός με κόκκινα πόδια και τιτίβιζε. Γύρω από το κάμπο και τα χωράφια, υπήρχαν απέραντα δάση και στη μέση του κάμπου κρυστάλιζαν βαθιές λίμνες.

Κάτω από τον ζεστό ήλιο, ξεπρόβαλε ένας επιβλητικός πύργος που είχε ολόγυρα τάφρους γεμάτες νερό. Από το νερό, μέχρι ψηλά πάνω στα τείχη του πύργου ανέβαιναν αναρριχώμενα φυτά. Τόσο ψηλά που από κάτω τους χωρούσαν να σταθούν όρθια μικρά παιδιά! Η βλάστηση ήταν πολύ έντονη εκεί, όση σχεδόν και στο πιο πυκνό δάσος.

Εδώ είχε κάνει τη φωλιά της μια πάπια που κλωσούσε τα αυγά για να βγουν τα μικρά της. Όμως η πάπια είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της, γιατί είχε περάσει πολύς καιρός που τα κλωσούσε και ήταν συνέχεια μόνη της.

Ώσπου μια μέρα, επιτέλους, άρχισαν να σπάζουν τα αυγά, το ένα μετά το άλλο. Από τα αυγά προεξείχαν κεφαλάκια.

Τα παπάκια έλεγαν «Πι, πι!» και έβγαιναν με κόπο έξω.

«Ραπ, ραπ, γρήγορα, γρήγορα!» φώναζε η πάπια.

Πάντοτε η αρχή ενός παραμυθιού μας ξεκαθαρίζει ποιο είναι το ζήτημα που πρόκειται να μας απασχολήσει στη πορεία του! Εδώ όλα ξεκινούν ειδυλλιακά: ένα υπέροχο καλοκαίρι. Η φύση και οι άνθρωποι ζουν σε αρμονία καθώς η ανθρώπινη παρουσία δεν αφαιρεί αλλά προσθέτει στην ομορφιά. Αρκετά νωρίς ωστόσο παρατηρούμε ότι η προσοχή μας στρέφεται στον επιβλητικό πύργο. Τι μαθαίνουμε γι’ αυτόν; Είναι αποκομμένος από την αρμονία του υπόλοιπου περιβάλλοντος: Τον ξεχωρίζουν τάφροι και τον κρύβουν αναρριχώμενα φυτά. Η ιδέα της αποσύνδεσης από το υπόλοιπο περιβάλλον, μας εισάγει νωρίς στο θέμα μας. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε πως στο παραμύθι μας με διάφορους τρόπους αυτό θα προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε. Την “αποσύνδεση”. Ένα αποκομμένο σύστημα είτε πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα, είτε αφορά ένα ψυχικό περιεχόμενο συνήθως αποφεύγει την γονιμοποίηση από νέες πληροφορίες, λειτουργώντας υπό τη καθοδήγηση ενός σημαντικού για την επιβίωση του δόγματος. Οι ψυχαναλυτές Kerry και Jack Novick έχουν διατυπώσει δύο θεωρητικά συστήματα διαχείρισης του άγχους και επίλυσης των εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων. Το πρώτο είναι το ανοικτό σύστημα όπου είναι συντονισμένο με τη πραγματικότητα και χαρακτηρίζεται από την ικανοποίηση, το αίσθημα προσωπικών δυνάμεων και ικανοτήτων και τη δημιουργικότητα. Το δεύτερο είναι το κλειστό σύστημα όπου αποφεύγει τη πραγματικότητα και χαρακτηρίζεται από παιχνίδια εξουσίας, φαντασιώσεις παντοδυναμίας και έλλειψη κίνησης. Για το κλειστό σύστημα δεν υπάρχουν άλλες επιλογές πέρα από το να είσαι θύμα ή θύτης. Το κλειστό σύστημα δεν επιτρέπει κανέναν εμπλουτισμό της εμπειρίας και απαιτεί κλειστά ψυχικά σύνορα. Η αποσύνδεση λοιπόν μας ενημερώνει για ένα περιβάλλον που καθοδηγείται από το φόβο μιας έλλειψης ή της εχθρότητας. Μέσα σε αυτό το κλειστό χώρο μαθαίνουμε για τη μητέρα πάπια που κλωσά τα παπάκια της. Μαθαίνουμε για τη βαθιά μοναξιά της μα και την ανακούφιση της τη στιγμής της εκκόλαψης.

Θα ήταν αμαρτία να μη σταθούμε στην εικόνα του πελαργού που πετά και επιβλέπει το παραμυθένιο τοπίο. Ως πουλί ο πελαργός δεν υπακούει τους συμβατικούς νόμους των ορίων. Μπορεί να πετάξει μέσα και έξω από το πύργο, υπερβαίνοντας το πρόβλημα της αποσύνδεσης. Τα πουλιά που ζηλεύουμε τόσο την ελευθερία τους- μας κάνουν να οραματιζόμαστε τα μακρινά ταξίδια, την απόσταση από τη κατάσταση μας, το ξεπέρασμα της βαρύτητας της συνήθειας. Πόσο μάλλον ένας πελαργός που στη συλλογική μας φαντασία φέρνει τα μωρά! Ο πελαργός- ο επίσημος αγγελιοφόρος του καινούριου στη πιο κυριολεκτική μορφή του, σαν κεντρική φιγούρα στην έναρξη του παραμυθιού, υπαινίσσεται πως κάτι νέο θα εμφανιστεί. Και ειδικά για ένα κλειστό σύστημα αυτό προμηνύει μια περιπέτεια.

Τα παπάκια σκουντουφλούσαν και έβαζαν όλες τις δυνάμεις τους να τρέξουν κοντά της. Όλα γύρω τους φαίνονταν περίεργα και κοιτούσαν τα πάντα με ενθουσιασμό.

«Πόσο μεγάλος που είναι ο κόσμος» έλεγαν. Βλέπετε, τώρα είχαν πολύ περισσότερο χώρο να κινηθούν – από τότε που βρίσκονταν μέσα στο αυγό!

«Ακόμα δεν βγήκατε από το αβγό και νομίζετε ότι είδατε τον κόσμο ολάκερο!» έλεγε γελώντας η μαμά-πάπια. «Ο κόσμος πάει πιο πέρα και από την άλλη πλευρά του κήπου που είναι το κτήμα του παπά! Αλλά εκεί δεν έχω πάει ούτε εγώ!» Και καμάρωνε τα παιδάκια της λέγοντας: «Τι όμορφα που είσαστε όλα μαζί!».

Όμως ξάφνου είδε κάτι στη φωλιά και είπε:

«Α! όχι – Δεν έχω ακόμα όλα τα παπιά μου! Το μεγαλύτερο αυγό είναι ακόμη στη φωλιά. Πόσο άραγε θα χρειαστεί ακόμη; Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι!»

Τι να κάνει όμως, η πάπια κάθισε πάλι να το κλωσήσει.

Τότε ήρθε μια γριά πάπια για επίσκεψη και της λέει:

«Λοιπόν τι κάνεις;»

«Να, ένα από τα αυγά μου έχει καθυστερήσει να σπάσει» της απάντησε η πάπια, συνεχίζοντας να κλωσάει. «Ούτε μια τρυπούλα σε αυτό το αυγό. Αλλά για δες τα άλλα τα παπιά μου. Είναι τα ομορφότερα παπάκια που έχω δει ποτέ!»

«Για να δω κι εγώ αυτό το αβγό που δεν λέει να ανοίξει» λέει η γριά και συνεχίζει:

«Να δεις που είναι αβγό γαλοπούλας. Έτσι με κορόιδεψαν και μένα μια φορά και είδα και έπαθα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο φοβόταν το νερό εκείνο το γαλόπουλο. Και δεν μπορούσα να το χορτάσω όσο και να μάζευα, όσο κι αν το τάιζα, όσο και να το μάλωνα όσο και να το βοηθούσα. Για να το δω και το δικό σου το αβγό! Μα, ναι! Αυτό είναι σίγουρα αυγό γαλοπούλας! Παράτησε το αμέσως και άντε να μάθεις τα άλλα τα παιδιά σου να κολυμπάνε!»

«Θα μείνω να το κλωσήσω λίγο ακόμη!» απάντησε με πείσμα η μαμά πάπια. «Τόσο καιρό κάθισα σε αυτό το αβγό, δεν πειράζει να καθίσω λιγάκι ακόμη!»

«Όπως θες!» της είπε η γριά πάπια και έφυγε.

Τα παπάκια ήρθαν στο κόσμο και σίγουρα αυτό, ήταν πολύ ανακουφιστικό για τη κατάκοπη μητέρα τους. Ήταν όμορφα και γεμάτα ενθουσιασμό για τον μεγάλο κόσμο. Προτού προχωρήσουμε ας σταθούμε λίγο στη μητέρα. Κίνηση παράδοξη διότι τις περισσότερες φορές με το που γεννιέται το παιδί η προσοχή μας φεύγει από εκείνη. Ποιες ποιότητες βλέπουμε να χαρακτηρίζουν τη μητρική της λειτουργία μέχρι στιγμής: Πρώτον η υπομονή. Ενώ είναι τόσο κουρασμένη, ακόμη και όταν ανακαλύπτει πως ένα αυγό είναι κλειστό αποδέχεται τη δυσάρεστη μοίρα του σημαντικού της ρόλου. Δεύτερον έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα να αντέχει τα συναισθήματα της. Δεν αρνείται τη κούραση της. Δε κρύβει τον εκνευρισμό της. Δε πετά στο ροζ συννεφάκι μιας εξιδανικευμένης μητρικής ευτυχίας. Προσπαθεί να μεταβολίσει τη πραγματικότητα δίχως να αντιδρά αλλεργικά στα δυσάρεστα συναισθήματα. Επιθυμεί να μιλήσει για τις δυσκολίες της, χωρίς να φοβάται την αντίδραση του περιβάλλοντος. Τρίτο- έχει την ικανότητα να αντλήσει αισθητική απόλαυση από τα παιδιά της. Ο ψυχαναλυτής Meltzer επισημαίνει: «Το μωρό πρέπει να κρατηθεί σαν ένα αισθητικό αντικείμενο από τη μητέρα, έτσι ώστε η εμπειρία του έρωτα τους να αντηχήσει και να κλιμακωθεί σε ένταση». Τέταρτον διαθέτει μια οραματική ματιά: όταν εκείνα ενθουσιάζονται για τον μεγάλο κόσμο, με μια δόση τρυφερού μα διορθωτικού χιούμορ τα ενημερώνει πως έχουν και άλλα να δουν όταν λέει: «Ο κόσμος πάει πιο πέρα». Και τέλος όταν την ανησυχεί το τελευταίο- περίεργο είναι η αλήθεια για μια πάπια αυγό- διατηρεί την ικανότητα για μια αισιόδοξη περιέργεια, φροντίζοντας και όχι εγκαταλείποντας το. Μέσα στο κλειστό σύστημα, αντιστέκεται και διατηρεί μια ανοιχτή στο νέο, μητρική αφοσίωση.

Αντιθέτως, τι αντιπροσωπεύει η άλλη πάπια που έρχεται να την επισκεφτεί;Τι συμβαίνει όταν η μαμά πάπια μοιράζεται μαζί της τη κούραση και την ανησυχία της για το τελευταίο αυγό;

Ως γνήσια εκπρόσωπος του κλειστού συστήματος που περιγράψαμε παραπάνω θα δώσει μια λύση βίας! Λέει με σιγουριά: «Παράτησε το αμέσως και άντε να μάθεις τα άλλα τα παιδιά σου να κολυμπάνε!». Όταν το Άλλο παρουσιάζεται στη ζωή μας φαίνεται πως έχουμε δύο επιλογές: τη περιέργεια και τη βία. Η περιέργεια είναι μια στάση που ενεργοποιεί την ικανότητα να γνωρίσουμε κάτι καινούριο και συνεπώς άγνωστο, αντέχοντας την απειλή του άγχους που μας προκαλεί, ενώ η βία είναι μια ακραία αμυντική λειτουργία εξορκισμού του άγνωστου ως κάτι κακό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η βία δικαιολογείται με τη βοήθεια της επιβολής μιας προηγούμενης γνώσης σε μια νέα κατάσταση: Μα οπωσδήποτε αυτό το αβγό κρύβει μέσα του μια γαλοπούλα! Ένα κλειστό κοινωνικό ή ψυχικό σύστημα ερμηνεύει οποιαδήποτε νέα εμπειρία, φορώντας τους παραμορφωτικούς φακούς μιας δυσάρεστης προηγούμενης. Έτσι καταλήγουμε στα παράδοξα θεωρήματα: ο μελαψός ξένος είναι οπωσδήποτε μια γαλοπούλα, ο ομοφυλόφιλος είναι και αυτός μια γαλοπούλα, ο τρελός τι άλλο να είναι πέρα από μια γαλοπούλα;

Αν η μητέρα είχε υπακούσει τη συμβουλή της επισκέπτριας της(αν είχε δει τον εαυτό της πράγματι ως θύμα), θα είχε στερήσει από το ασχημόπαπο το δικαίωμα στη ζωή. Όπως θα δούμε και παρακάτω, ο άσχημος ήρωας μας, αν άντεξε τις φοβερές αντιξοότητες της καινούριας ζωής του, αυτό συνέβη μερικώς επειδή είχε τη τύχη να έρθει στο κόσμο από μια ανοιχτόμυαλη μαμά που δεν το αντιμετώπισε, αυτόματα σαν εχθρό.

[Συνέχεια]